«Σήμερον κρεμάται…». Ο θρήνος για τη Σταύρωση του Χριστού, συνδεδεμένος με τους προσωπικούς θρήνους των ανθρώπων, ζωντανεύει μέσα από τον ανεπιτήδευτο λόγο και το απαράμιλλο ύφος του Φώτη Κόντογλου.
Του ζωγράφου που με την εκκλησιαστική ζωγραφική του συνέχισε τη μεταβυζαντινή παράδοση, χωρίς τη χλιδή του χρώματος και τα «τεχνάσματα» της προοπτικής.
Αποσπάσματα από το έργο του «Ανέστη Χριστός – η δοκιμασία του Λογικού» (εκδ. Αρμός):
Σήμερα είναι μέρα φοβερή, μέρα που κλαίνε και τα άψυχα τα κτίσματα, βλέποντας τον Χριστό να κρέμεται στο σταυρό. Κλαίγει σήμερα κι ο κάθε άνθρωπος, ας είναι και τρισευτυχισμένος (…)
Γιατί όποιος κλαίγει τον Χριστό, κλαίγει για τον εαυτό του, και για το παιδί του, και για τη γυναίκα του και για την πατρίδα του. Μέσα στον πόνο του Χριστού είναι ο κάθε πόνος. Η πετραδερή κι η φτωχή Ελλάδα μας είναι “ο κρανίου τόπος”, που σκίσθηκαν οι ματωμένες πέτρες της από τα δάκρυα. Για τούτο και τα χαρούμενα τα τραγούδια μας είναι και κείνα παραπονεμένα (…)
Γιατί τα δάκρυα για τον Χριστό είναι γλυκά δάκρυα, που παύουνε τον αγριεμό της ψυχής, και την ειρηνεύουνε, όπως το λάδι που κόβει τη φουρτούνα της θάλασσας. Για τούτο κι οι αγιογράφοι της Ορθοδοξίας, από τούτα τα αγιασμένα αισθήματα εμπνευσμένοι, δεν ζωγραφίζανε τον Σταυρωμένον όπως σε άλλα μέρη, ήγουν με την αγριότητα και με τη φρίκη που βγαίνει από την όψη ενός πεθαμένου κορμιού με νεύρα και με φλέβες και με την αποτρόπαια απελπισία του θανάτου, ξεσηκώνοντας όλα τούτα τα καθέκαστα από ένα κουφάρι, αλλά τον ζωγραφίζανε με τέχνη κατανυκτική, που κινά τον άνθρωπο να κλάψη και να πονέση, αλλά με κείνον τον πνευματικό τον πόνο που είναι κάποια τροφή αθάνατη για την ψυχή μας, κι όχι που τον τρομάζει με το θέαμα της φθοράς (…) Απ αυτά τα εικονίσματα φαίνεται πως είναι εμπνευσμένα και τα μοιρολόγια που λέγανε στα Πάθη του Χριστού, και που δεν μπορεί να τα συνθέση κανένας τεχνίτης της ποίησης και της λογοτεχνίας, με το να συνταιριάζη μαστορικά λόγια περίτεχνα, πλην κούφια και δίχως πνευματικό πόνο, και χωρίς χριστιανική κατάνυξη. Αυτά που φυτρώσανε από τη ματωμένη καρδιά του λαού μας, όπου έσμιξε τον πόνο του Χριστού με τον πόνο το δικό του:
Σήμερον μαύρος ουρανός, / σήμερον μαύρη μέρα, / σήμερον εσταυρώσανε, / τον πάντων βασιλέα. Σήμερον όλοι θλίβονται / και τα βουνά λυπούνται…







